ισ(ο)-


ισ(ο)-
(ΑΜ ἰσ[ο])
α' συνθ. λέξεων τής Αρχαίας Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με μεγάλη παραγωγικότητα που σημαίνει: α) ισότητα ή ομοιότητα προς αυτό που δηλώνει το β' συνθ. (ἴσανδρος, ἰσάνθρωπος, ἰσαπόστολος)
β) ισοδυναμία ή ισοτιμία τού α' προς το β' συνθ. (ἰσάκτιος, ἰσάμιλλος, ισάξιος)
γ) ισότητα αυτού στο(ν) οποίο αποδίδεται το σύνθετο προς άλλον ή άλλο (ἰσόδρομος, ἰσομεγέθης). Επίσης το ἰσ(ο)-* χρησιμοποιήθηκε ως α' συνθ. όρων τής ξένης επιστημονικής ορολογίας, πολλοί από τους οποίους είναι αντιδάνεια για τη γλώσσα μας (ισόθερμος, ισομορφισμός, ισόμορφος).
ΣΥΝΘ. ισάδελφος, ισάνεμος, ισάξιος, ισαπόστολος, ισάριθμος, ισημερία, ισημερινός, ισοβαθής, ισοβαρής, ισόβιος, ισόγραφος, ισογώνιος, ισοδιάστατος, ισόδομος, ισοδύναμος, ισοετής, ισοζυγής, ισόζυγος, ισόθεος, ισοκέφαλος, ισοκλινής, ισόκωλος, ισόμαχος, ισομεγέθης, ισομερής, ισόμετρος, ισομήκης, ισόμοιρος, ισονειρής, ισόνομος ισοπαγής, ισόπαλος, ισοπαχής, ισόπεδος, ισιπερίμετρος, ισόπετρος, ισοπλατής, ισόπλευρος, ισοπληθής, ισοπολιτεία, ισόποσος, ισόρροπος, ισοσκελής, ισόσταθμος, ισόστοιχος, ισοσύλλαβος, ισοταχής, ισοτελής, ισότιμος, ισότονος, ισότροπος, ισοϋψής, ισόχορδος, ισόχρονος, ισόψηφος
αρχ.
ισοθάνατος, ισάκτιος, ισάμιλλος, ισανάτολος, ισανάφορος, ίσανδρος, ισάργυρος, ισάρτηρος, ισάρχων, ισάστερος, ισαύδης, ισήβας, ισήγορος, ισήλικος, ισήλιξ, ισημέριον, ισήμερος, ισήρετμος, ισήρης, ισοαχθής, ισοβασιλεύς, ισόβοιος, ισοπολίτης, ισοπρέσβυς, ισόπροικος, ισοπρόξενος, ισοπροσήγορος, ισόπτερος, ισοπτυχής, ισόπτωτος, ισοπύθιος, ισόπυκνος, ισόπυργος, ισορροπή, ισόρυθμος, ισόσπριος, ισοστάδην, ισοσταθμής, ισοστατώ, ισοστροφή, ισόστροφος, ισοσύγκριτος, ισοσχημάτως, ισοσώματος, ισοταγής, ισόταυρος, ισοτέλεστος, ισοτέλευτον, ισότεχνος, ισοτίμημα, ισότοιχος, ισοτράπεζος, ισοτριβής, ισοτύραννος, ισόυλος, ισουράνιος, ισουργός, ισόυψος, ισοφαής, ισοφανής, ισοφέριστος, ισόφθογγος, ισόφονος, ισοφόρος, ισόφορος, ισόφορτος, ισόφρων, ισοφυής, ισοχειλής, ισόχειρ, ισόχνους, ισόχους, ισόχρυσος, ισοψηφιστής, ισοψίστης, ισόψυστος, ισωνία, ισώνυμος
αρχ.-μσν.
ισάνθρωπος, ισοκατάληκτος, ισόπυρος, ισορρεπής, ισοστάσιος, ισοσχέδιος, ισοτενής, ισοτετράγωνος, ισότυπος, ισόφωτος, ισόψυχος
μσν.
ισάγαθος, ισάρχαιος, ισοβασίλειος, ισογράμματος, ισοδιαίρετος, ισοδιαιρούμαι, ισοκίνητος, ισοκληρία, ισόκορμος, ισόλεκτος, ισόλιθος, ισόμακρος, ισόμελον, ισομοιράζω, ισονημία, ισοπαθώ, ισοπλασιάζω, ισόπλατος, ισοπορία, ισοπραξία, ισοσμάραγδος, ισόσπαστος, ισοτερπής, ισόχειλος, ισόψαμμος
μσν.- νεοελλ.
ισοτάλαντος
νεοελ. ίσαλος, ισανώμαλος, ισεμβαδικός, ισόαλος, ισόβαθμος, ισοβύθιστος, ισόγειος, ισόγραμμος, ισοδυναμικός, ισόεδρος, ισοζύγιο, ισόθερμος, ισόκλινος, ισοκράτης, ισομετρικός, ισομορφισμός, ισόμορφος, ισονέφελος, ισοπέταλος, ισοπολλαπλασιασμός, ισοπολλαπλάσιος, ισοστελέχης, ισόχονδρος, ισόφωνος, ισόχονδρος, ισόχρωμος, ισόχωρος.

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.